Todomusica.es

Entradas populares

Mostrando entradas con la etiqueta LORCA EN STAVROS XARCHACOS.LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS. Mostrar todas las entradas
Mostrando entradas con la etiqueta LORCA EN STAVROS XARCHACOS.LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS. Mostrar todas las entradas

viernes, 14 de diciembre de 2012

LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS 4.LORCA EN XARCHAKOS.4.-Ψυχή φευγάτη ALMA AUSENTE

LORCA EN XARCHAKOS 4.- -Ψυχή φευγάτη  ALMA AUSENTE 

IV. Ψυχή φευγάτη

Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Σύνθεση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Έργο: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)

ΨΥΧΗ ΦΕΥΓΑΤΗ
Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά
Τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’ αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα

Χινόπωρο θα ’ρθεί με σαλιγκάρια
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου

Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’ αεράκι πού ’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι     
Alma ausente de FEDERICO GARCÍA LORCA
No te conoce el toro ni la higuera,
ni caballos ni hormigas de tu casa.
No te conoce el niño ni la tarde
porque te has muerto para siempre.
No te conoce el lomo de la piedra,
ni el raso negro donde te destrozas.
No te conoce tu recuerdo mudo
porque te has muerto para siempre.

El otoño vendrá con caracolas,
uva de niebla y monjes agrupados,
pero nadie querrá mirar tus ojos
porque te has muerto para siempre.

Porque te has muerto para siempre,
como todos los muertos de la Tierra,
como todos los muertos que se olvidan
en un montón de perros apagados.

No te conoce nadie. No. Pero yo te canto.
Yo canto para luego tu perfil y tu gracia.
La madurez insigne de tu conocimiento.
Tu apetencia de muerte y el gusto de tu boca.
La tristeza que tuvo tu valiente alegría.
Tardará mucho tiempo en nacer, si es que nace,
un andaluz tan claro, tan rico de aventura.
Yo canto su elegancia con palabras que gimen
y recuerdo una brisa triste por los olivos

LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS 3.- LORCA EN XARCHAKOS 3.- -Σώμα στην πέτρα CUERPO PRESENTE


Σώμα στην πέτρα (Φ. Γ. Λόρκα, Ν. Γκάτσος & Στ. Ξαρχάκος)

Texto griego de Nikos Gatsos y Poema original de Lorca
3 CUERPO PRESENTE
3. Σώμα στην πέτρα  CUERPO PRESENTE   
Sτίχοι: Federico García Lorca
Μουσική:
Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση:
Κώστας Πασχάλης & Μάνος Κατράκης ( Ντουέτο )


La piedra es una frente donde los sueños gimen
sin tener agua curva ni cipreses helados.
La piedra es una espalda para llevar al tiempo
con árboles de lágrimas y cintas y planetas.
Yo he visto lluvias grises correr hacia las olas
levantando sus tiernos brazos acribillados,
para no ser cazadas por la piedra tendida
que desata sus miembros sin empapar la sangre.
Porque la piedra coge simientes y nublados,
esqueletos de alondras y lobos de penumbra;
pero no da sonidos, ni cristales, ni fuego,
sino plazas y plazas y otras plazas sin muros.
Ya está sobre la piedra Ignacio el bien nacido.
Ya se acabó; ¿qué pasa? Contemplad su figura:
la muerte le ha cubierto de pálidos azufres
y le ha puesto cabeza de oscuro minotauro.
Ya se acabó. La lluvia penetra por su boca.
El aire como loco deja su pecho hundido,
y el Amor, empapado con lágrimas de nieve
se calienta en la cumbre de las ganaderías.
¿Qué dicen? Un silencio con hedores reposa.
Estamos con un cuerpo presente que se esfuma,
con una forma clara que tuvo ruiseñores
y la vemos llenarse de agujeros sin fondo.
¿Quién arruga el sudario? ¡No es verdad lo que dice!
Aquí no canta nadie, ni llora en el rincón,
ni pica las espuelas, ni espanta la serpiente:
aquí no quiero más que los ojos redondos
para ver ese cuerpo sin posible descanso.
Yo quiero ver aquí los hombres de voz dura.
Los que doman caballos y dominan los ríos;
los hombres que les suena el esqueleto y cantan
con una boca llena de sol y pedernales.
Aquí quiero yo verlos. Delante de la piedra.
Delante de este cuerpo con las riendas quebradas.
Yo quiero que me enseñen dónde está la salida
para este capitán atado por la muerte.
Yo quiero que me enseñen un llanto como un río
que tenga dulces nieblas y profundas orillas,
para llevar el cuerpo de Ignacio y que se pierda
sin escuchar el doble resuello de los toros.
Que se pierda en la plaza redonda de la luna
que finge cuando niña doliente res inmóvil;
que se pierda en la noche sin canto de los peces
y en la maleza blanca del humo congelado.
No quiero que le tapen la cara con pañuelos
para que se acostumbre con la muerte que lleva.
Vete, Ignacio: No sientas el caliente bramido.
Duerme, vuela, reposa: ¡También se muere el mar!

Η πέτρα είναι ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν RECITADO
Μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώσει
Με δένδρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες

Είδα βροχές σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
Τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια
Να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
Που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα

Γιατί η πέτρα είναι ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη
Σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’αμφιλύκης λύκους
Μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
Παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο ο καλογεννημένος
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
Ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
Και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’άδειο του στόμα μπαίνει
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη
Και ποτισμένος ο έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
Πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει
Μπροστά μας είναι ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο
Μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
Και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’άκρη

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει κανείς εδώ δεν κλαίει
Κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δεν σκιάζει:
Μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να’χω
Να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δεν θα’βρει  RECITADO
CANTADOΤους άνδρες θέλω εδώ να ιδώ με την φωνή την άγρια
Που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε
Που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
Με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα cantado

Εδώ να’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’αυτή την πέτρα
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια
Εδώ να’ρθούνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει
Για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει

Θέλω έναν θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
Με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες
Μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο, ώσπου να σβήσει
Χωρίς ν’ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου
1Comienza cantando
Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα
Που όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο
Να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι
Στ’άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει

Recitado
Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του
Πήγαινε Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει








LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS.2.- "LA SANGRE DERRAMADA" DE F.G. LORCA.EN XARCHAKOS 2.-Το σκόρπιο αίμα = La sangre derramada

Paco Rabal - La Sangre Derramada (Federico Garcia Lorca) (VintageMusic.es)


LORCA.EN XARCHAKOS 2.-Το σκόρπιο αίμα   = La sangre derramada




LA SANGRE DERRAMADA

Versos: Federico García Lorca

Música: Stavros Xarchacos

1ªinterpretacion:

Costas Paschalis&Manos Katrakis a dúo
Το σκόρπιο αίμα   = La sangre derramada

Στίχοι: Federico García Lorca

Πρώτη εκτέλεση:

¡Que no quiero verla!

Dile a la luna que venga,
que no quiero ver la sangre
de Ignacio sobre la arena.

¡Que no quiero verla!

La luna de par en par,
caballo de nubes quietas,
y la plaza gris del sueño
con sauces en las barreras

¡Que no quiero verla¡

Que mi recuerdo se quema.
¡Avisad a los jazmines
con su blancura pequeña!

¡Que no quiero verla!

La vaca del viejo mundo
pasaba su triste lengua
sobre un hocico de sangres
derramadas en la arena,
y los toros de Guisando,
casi muerte y casi piedra,
mugieron como dos siglos
hartos de pisar la tierra.
No.
¡Que no quiero verla!
Por las gradas sube Ignacio con toda su muerte a cuestas.
Buscaba el amanecer,
y el amanecer no era.
Busca su perfil seguro,
y el sueño lo desorienta.
Buscaba su hermoso cuerpo
y encontró su sangre abierta.
¡No me digáis que la vea!
No quiero sentir el chorro
cada vez con menos fuerza;
ese chorro que ilumina
los tendidos y se vuelca
sobre la pana y el cuero
de muchedumbre sedienta.
¡Quién me grita que me asome!
¡No me digáis que la vea!

No se cerraron sus ojos
cuando vio los cuernos cerca,
pero las madres terribles
levantaron la cabeza.

Y a través de las ganaderías,
hubo un aire de voces secretas
que gritaban a toros celestes,
mayorales de pálida niebla.

No hubo príncipe en Sevilla
que comparársele pueda,
ni espada como su espada,
ni corazón tan de veras.
Como un rio de leones
su maravillosa fuerza,
y como un torso de mármol
su dibujada prudencia.
Aire de Roma andaluza
le doraba la cabeza
donde su risa era un nardo
de sal y de inteligencia.
¡Qué gran torero en la plaza!
¡Qué gran serrano en la sierra!
¡Qué blando con las espigas!
¡Qué duro con las espuelas!
¡Qué tierno con el rocío!
¡Qué deslumbrante en la feria!
¡Qué tremendo con las últimas
banderillas de tiniebla!

Pero ya duerme sin fin.
Ya los musgos y la hierba
abren con dedos seguros
la flor de su calavera.
Y su sangre ya viene cantando:
cantando por marismas y praderas,
resbalando por cuernos ateridos
vacilando sin alma por la niebla,
tropezando con miles de pezuñas
como una larga, oscura, triste lengua,
para formar un charco de agonía
junto al Guadalquivir de las estrellas.
¡Oh blanco muro de España!
¡Oh negro toro de pena!
¡Oh sangre dura de Ignacio!
¡Oh ruiseñor de sus venas!
No.
! Que no quiero verla!

Que no hay cáliz que la contenga,
que no hay golondrinas que se la beban,
no hay escarcha de luz que la enfríe,
no hay canto ni diluvio de azucenas,
no hay cristal que la cubra de plata.
No.
! Yo no quiero verla!

Δε θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
Γιατί δεν θέλω πια να βλέπω
Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα

Δε θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’άκρη
Άτι από σύννεφα γαλήνια
Και η σταχτιά του ονείρου αρένα
Με τις ιτιές γύρω γύρω

Δεν θέλω να το βλέπω!
Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα

Δε θέλω να το βλέπω

recitado
Γέρικου κόσμου η αγελάδα
Έσερνε την πικρή της γλώσσα
Σ’ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
Ξεχειλισμένο στην αρένα
Κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο
Πέτρα μαζί και θάνατος
Μουκάνισαν σαν δυο αιώνες
Που έχουν χορτάσει πια τη γη
Όχι!
Δε Θέλω να το βλέπω!

Cantado
Σκαλί σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
Το θάνατό του φορτωμένος
Γύρευε να’βρει την αυγή
Και πουθενά η αυγή δεν ήταν
Γύρευε τη σωστή θωριά του
Και τ’όνειρο τού αλλάζει δρόμο
Γύρευε τα’ όμορφο κορμί του
Και βρήκε το χυμένο του αίμα
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω
Κάθε φορά να λιγοστεύει
Το ανάβρυσμά του που φωτίζει
Τόσες κερκίδες και σκορπιέται
Μες στο πετσί και το βελούδο
Κοσμοπλημμύρας διψασμένης
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
Που είδε τα κέρατα κοντά του
Όμως οι τρομερές μανάδες

Ανασηκώσαν το κεφάλι
.Recitado
Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
Ήρθε ένα μυστικό τραγούδι
Που αγελαδάρηδες ομίχλης
Τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους Recitado


cantado Parte 2
Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλλια
Μπροστά του για να παραβγεί
Ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
Ούτε καρδιά να’ν’ τόσο αληθινή
Σαν ποταμός από λιοντάρια
Η ξακουσμένη του αντρειοσύνη
Και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
Η στοχασιά του η μετρημένη
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
Ανδαλουσιάνικης στο μάτι
Και το χαμόγελό του νάρδος
Από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με την δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
Του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!


Τώρα για πάντα πια κοιμάται
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
Με δάχτυλα που δε λαθεύουν
Το άνθος ανοίγουν του μυαλού του
Και το τραγουδιστό του αίμα
Κυλάει σε βάλτους και λιβάδια
Γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων
Άψυχο στέκει στην ομίχλη
Σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια
Σα μια πλατειά μια λυπημένη
Μια σκοτεινή γλώσσα ώσπου τέλμα
Να γίνει από αγωνία πλάι
Στον Γκουαδαλκιβίρ των άστρων
Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα

Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

Δεν είναι ανθός να το χωρέσει
Και χελιδόνια να το πιούνε
Πάχνη αστεριών να το κρυώσει
Τραγούδι και κρινοπλημμύρα
Και κρύσταλλο να το ασημώσει



Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS 1.-LORCA EN XARCHAKOS Y ENRIQUE MORENTE-1.- Το χτύπημα και ο θάνατος La cogida y la muerte.ENRIQUE MORENTE

 


La cogida y la muerte
Versos: Federico García Lorca
Traduccion de NIKOS GATSOS

Musica:Stavros Xarchakos
1ª interpretacion:Manos Katrakis&Costas Paschalis


Πέντε η ώρα που βραδιάζει

πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει

φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Θάνατος τ' άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Κι η σάρκα μ' ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Βουβοί συντρόφοι στ' άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Τ' αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.

Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ' αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιαζει.

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
γιατί δε θέλω πια να βλέπω
το αίμα του Ιγνάθιο μες στην αρένα.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ' άκρη σ' άκρη,
άτι από σύννεφα γαλήνια
και η σταχτιά του ονείρου αρένα
με τις ιτιές γύρω γύρω.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
με την αέρινη ασπράδα.

Δεν θέλω να το βλέπω! 

Enrique Morente.LA COGIDA Y LA MUERTE


A las cinco de la tarde.
Eran las cinco en punto de la tarde.

Un niño trajo la blanca sábana
a las cinco de la tarde.

Una espuerta de cal ya prevenida
a las cinco de la tarde.

Lo demás era muerte y sólo muerte
a las cinco de la tarde.

El viento se llevó los algodones
a las cinco de la tarde.

Y el óxido sembró cristal y níquel
a las cinco de la tarde.

Ya luchan la paloma y el leopardo
a las cinco de la tarde.

Y un muslo con un asta desolada
a las cinco de la tarde.

Comenzaron los sones del bordón
a las cinco de la tarde.

Las campanas de arsénico y el humo
a las cinco de la tarde.

En las esquinas grupos de silencio
a las cinco de la tarde.

¡Y el toro, solo corazón arriba!
a las cinco de la tarde.

Cuando el sudor de nieve fue llegando
a las cinco de la tarde,

cuando la plaza se cubrió de yodo
a las cinco de la tarde,

la muerte puso huevos en la herida
a las cinco de la tarde.

A las cinco de la tarde.

A las cinco en punto de la tarde.

Un ataúd con ruedas es la cama
a las cinco de la tarde.

Huesos y flautas suenan en su oído
a las cinco de la tarde.

El toro ya mugía por su frente
a las cinco de la tarde.

El cuarto se irisaba de agonía
a las cinco de la tarde.

A lo lejos ya viene la gangrena
a las cinco de la tarde.

Trompa de lirio por las verdes ingles
a las cinco de la tarde.

Las heridas quemaban como soles
a las cinco de la tarde,

y el gentío rompía las ventanas
a las cinco de la tarde.

A las cinco de la tarde.

¡Ay qué terribles cinco de la tarde!
¡Eran las cinco en todos los relojes!
¡Eran las cinco en sombra de la tarde!



































































ÁLBUM: LORCA EN STAVROS XARCHAKOS-LLANTO POR IGNACIO SÁNCHEZ MEJÍAS

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΙΕΘ ΜΕΧΙΑΣ
Τύπος:Modelo
Μουσικό CD
ΤΙΤΛΟΣ: Título
ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΙΕΘ ΜΕΧΙΑΣ
Κατηγορία:
Clasificación
ENTECHNO, COMPOSITORES GRIEGOS, POETAS GRIEGOS
Συνθέτης:
Compositor musical
Στιχουργός: Poemas
FEDERICO GARCIA LORCA,   ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ (Nikos Gatsos:Traducción de los poemas de Lorca)
Ερμηνευτής: intérprete
Συμμετοχές:Participaciones

Εταιρεία:Compañía
A/A
ΤΙΤΛΟΣ
INTÉRPRETES
1
ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ (Μάνος Κατράκης)
2
ΤΟ ΣΚΟΡΠΙΟ ΑΙΜΑ (Κώστας Πασχάλης, Μάνος Κατράκης)
3
ΣΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ (Κώστας Πασχάλης, Μάνος Κατράκης)
4
ΨΥΧΗ ΦΕΥΓΑΤΗ (Κώστας Πασχάλης, Μάνος Κατράκης