Todomusica.es

Entradas populares

jueves, 30 de agosto de 2012

Album de Romancero gitano de Lorca y otras 4 canciones en Theodorakis.Videos de youtube y letras

Escuchar álbum de Romancero gitano en los siguientes enlaces

de músicos tonos: http://aristos1947.blogspot.com.es/2011/12/romancero-gitano-1-lyra-1978-35.html



http://aristos1947.blogspot.com.es/2011/12/romancero-gitano-1-lyra-1978-35.html


Canciones del album y letras en griego de musikos tonos
Μίκης Θεοδωράκης: Romancero Gitano
Αριθμός Δίσκων: (1) Εταιρεία: LYRA Κυκλοφορία: 1978 Διάρκεια: 35.13

 01. Του ανέμου και της παινεμένης Μ. Θεοδωράκης F. G. Lorca & Ο. Ελύτης Αρλέτα 3.21
02. Η καλόγρια η τσιγγάνα Μ. Θεοδωράκης Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Αρλέτα 2.25
03. Η παντέρμη Μίκης Θεοδωράκης Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Αρλέτα 5.21
04. Ο Αντόνιο Τόρες Χερέντια στο δρόμο Μ. Θεοδωράκης F. G. Lorca & Ο. Ελύτης Αρλέτα 2.55
05. Ο θάνατος του Αντόνιο Τόρες Χερέντια Μ. Θεοδωράκης F. G. Lorca & Ο. Ελύτης Αρλέτα 3.02
06. Του πικραμένου Μίκης Θεοδωράκης Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Αρλέτα 2.08
07. Χαμός από αγάπη Μίκης Θεοδωράκης Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Αρλέτα 3.49
8. Μαργαρίτα μαγιοπούλα [música de Μίκης Θεοδωράκης Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης, από την επιθεώρηση «Μαγική Πόλη»Αρλέτα 3.38 ]
9. όμορφη Πόλη [música de
Μίκης Θεοδωράκης Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης, από τον κύκλο τραγουδιών «Λιποτάκτες»Αρλέτα 3.26 ]
10. Αφροδίτη (Νανούρισμα) [música de
Μίκης Θεοδωράκης Στίχοι: Μιχάλης Κακογιάννης, από την ταινία «Ιφιγένεια»canta arleta 2:24]
11. Αγάπη μου [música de
Μίκης Θεοδωράκης Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης, από την ταινία «Φαίδρα»Αρλέτα 2.38 ]
Οι στίχοι του δίσκου:

01.-Του ανέμου και της παινεμένης Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι | χορεύει κι έρχεται με χάρη, | έρχεται μες στις ερημιές | από το φως ασημωμένη | μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη. | Ως τη θωρεί πετιέται πάνου | ο Άνεμος ο ακοίμιστος, | Πουνέντες άντρας πονηρός | κοιτάει τη μικρή κοιτάει | κι ολόγλυκα της τραγουδάει: | Μικρούλα μου άσε να σηκώσω | το φουστανάκι σου να ειδώ | άσε με λίγο να σ' αγγίξω | και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω | το ρόδο το γαλαζωπό. | Πετάει το ντέφι τρομαγμένη | και τρέχει, τρέχει η Παινεμένη, | ξοπίσω της ακολουθεί | Άνεμος άντρας που κρατεί | μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή. | Άχου το κύμα πώς χλομιάζει | ο κάμπος άκου πώς στενάζει | παίζει των ίσκιων η φλογέρα | μέσα στο σκοτεινό αγέρα: | Τρέχα Παινεμένη τρέχα | κι όπου να ‘ναι θα προφτάσει | ο Άνεμος και θα σ’ αρπάξει, | να τος χιμάει από ψηλά | γλείφεται γλώσσες τις εννιά. | Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη | χώνεται μέσα αλαφιασμένη | την αρωτάνε να τους πει | και κείνη λέει κι ανιστορεί. | Ενώ απ’ τη λύσσα του θερίο, | ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο | παίρνει το σπίτι και το ζώνει | τα κεραμίδια του δαγκώνει.

02.- Η καλόγρια η τσιγγάνα Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Βουνά και σύγνεφα μακριά σ' όλα τριγύρω σιγαλιά | τα λιόφυτα γαληνεμένα και τα σπιτάκια ασβεστωμένα. | Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή | άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει. | Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, και τ' άστρα τα χρυσά | βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες. | Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντάει η καλόγρια η μικρή | μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει. | Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά | στα μάτια της π' ανοιγοκλείνουν δυο καβαλάρηδες περνούν. | Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει η καλόγρια η μικρή | τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια | πλάσματα της αρεσιάς της τής ονειροφαντασιάς της.

03.-Η παντέρμη Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί | σκάβουν ζητώντας την αυτή | την ώρα που στα σκοτεινά | βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά. | Μαύρη μαυρίλα ειν' η ψυχή της | κι ωχρό μπακίρι το πετσί της | τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια | που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια. | -Παντέρμη, τι ζητάς εδώ | μόνη σου δίχως σύντροφο; | -Κι αν είναι κάτι που ζητώ | πε μου, σε γνοιάζει εσένανε; | Ζητάω εκείνο που ζητώ | ζητάω την ίδια εμένανε. | -Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου | ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου; | -Ποιός ο καημός μου; | Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα | και μες στο σπίτι σαν τρελή | σούρνω το ξέπλεκο μαλλί. | -Παντέρμη, λούσε το κορμί σου | λουσ' τό χελιδονόνερο | κι άσε κυρά μου την ψυχή σου | ασ' τη να βρει αναπαμό. | Άχου, τσιγγάνικες ψυχές | κι ολόκρυφες νεροσυρμές | πίκρες μαζί και θάματα | στα μακρινά χαράματα.

04.-Ο Αντόνιο Τόρες Χερέντια στο δρόμο Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει | κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει. | Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά | στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως. | Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά | τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει. | Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν | κάτω απ' τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν. | Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό | απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.

05.-Ο θάνατος του Αντόνιο Τόρες Χερέντια Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Ξάφνου στον ποταμό από πέρα φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα. | Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές μες στα ψηλά ποδήματα | χίμαγε κι έκανε βουτιές σαν δελφινιού πηδήματα. | Η τραχηλιά του η κρεμεζιά μούσκεψε μες στα αίματα | μα οι κάμες ήταν, ήταν έξι και δεν εμπόραε πια ν' αντέξει. | Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου | κι ασπρογαρούφαλέ μου. | Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, π' άξιζες μια βασίλισσα | μνημόνεψε την Παναγιά τι τώρα θα σε φάει το κρύο | τι τώρα θα πεθάνεις πια. | Στην άκρη εκεί του ποταμού τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του | τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του στην άκρη εκεί του ποταμού | κι ανάγειρε την κεφαλή με τα σφιγμένα χείλη | και τότε πια καμιά φωνή μόνο εφωτίστη ο ουρανός | κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε και τ' άναψε καντήλι.

06.-Του πικραμένου Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης Εικοσιτρείς του Θεριστή | στου Πικραμένου την αυλή | πάνε και λεν, πάνε και λένε: | «Αν το μπορείς δυστυχισμένε, | στο περιβόλι σου έβγα απόψε | και τα λουλούδια σου όλα κόψε. | Γράψε στη θύρα σου σταυρό | βάλε από κάτω τ' όνομά σου | τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου | ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες. | Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες | μάθε τα χέρια να σταυρώνεις | κι απάνω από την ερημιά | γέψου της νύχτας τη δροσιά | τι πριν περάσουν μήνες δυο | θα κείτεσαι στο σάβανο». | Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει | ο ταξιάρχης και πηγαίνει | πού 'χει το σύννεφο σπαθί | στράφτει και πάει και δεν μιλεί. | Εικοσιτρείς του Θεριστή | μέσα στην έρμη την αυλή | τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος | της μοίρας ο σημαδεμένος | κι εικοσιτρείς τ' Αυγούστου | γέρνει και τα πικροσφαλεί.

07.-Χαμός από αγάπη Federico Garcia Lorca & Οδυσσέας Ελύτης
Τι είναι κείνο που φωτά, Μάνα, στα δώματα ψηλά; | -Κοιμήσου γιε μου κι ειν' αργά σήμανε η ώρα έντεκα. | -Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές. | -Δεν είναι τίποτα, έλα πια, ειν' τα μπακίρια αστραφτερά. | Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη. | Τη φυσαρμόνικα γλυκά παίζανε Σεραφείμ γλυκά. | Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη. | -Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους | σ' όλη τη γη, σ' όλους τους τόπους | κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά. | Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη. | Κι οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν κι όλα τα δάση αχολογούσαν | ψηλά δεν έβλεπες κανέναν κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.

08.-Μαργαρίτα, Μαγιοπούλα Ιάκωβος Καμπανέλλης Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά | που την εζήλευε όλη η γειτονιά | Που την εζήλευε όλη η γειτονιά | είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά | Αχ, Μαργαρίτα Μαγιοπούλα | Αχ, Μαργαρίτα Μαγιοπούλα | Αχ, Μαργαρίτα μάγισσα | Πρωί, πρωί την πότιζα φιλιά | το δειλινό την πήραν τα πουλιά | Το δειλινό την πήραν τα πουλιά | Πρωί, πρωί την πότιζα φιλιά

09.-Όμορφη πόλη Γιάννης Θεοδωράκης Όμορφη πόλη φωνές μουσικές | απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές | ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα | βουνά και γιαπιά πελάγη απλωμένα | Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα | τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα | θα γίνεις δικιά μου | Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα | τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα | θα γίνεις δικιά μου | Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν | η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν


10.-Αφροδίτη (Νανούρισμα) Μιχάλης Κακογιάννης

Αφροδίτη, δώσε να νοιώσω τη χαρά της αγάπης | κι όχι, κι όχι την τρέλα της | ούτε το, ούτε το άγριο πάθος, Αφροδίτη | Μέσ’ το σπίτι, νάχω τη στέγη για ουρανό | κι η αγκαλιά μου νάναι, νάναι το άντρο μου | τ’ απάνε, τ’ απάνεμο λιμάνι, Αφροδίτη | Στην καρδιά μου του έρωτα δώσε τα φτερά, Αφροδίτη | κι’ από, κι’ από τα βέλη του γλύτωσέ με | γλύτωσέ με απ’ τα φαρμάκια, Αφροδίτη

11.-Αγάπη μου Γιάννης Θεοδωράκης

Αστέρι μου, φεγγάρι μου, της άνοιξης κλωνάρι μου | κοντά σου θά 'ρθω πάλι, κοντά σου θά 'ρθω μιαν αυγή | για να σου πάρω ένα φιλί και να με πάρεις πάλι. | Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει, | τ' άστρα κι ο ουρανός, το κρύο το φεγγάρι. | Θα σ' αγαπώ, θα ζω μες στο τραγούδι | θα μ' αγαπάς, θα ζεις με τα πουλιά | θα σ' αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι | θα μ' αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά. | Ο ποταμός είναι ρηχός | κι ο ωκεανός είναι μικρός | να πάρουν τον καημό μου. | Να διώξουνε τα μάτια σου | να πνίξουνε τους όρκους σου | από το λογισμό μου.
 videos de las canciones en youtube

01Του Ανέμου και της Παινεμένης
01 Του Ανέμου και της Παινεμένης Lorca-Theodorakis-Arleta
Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info
Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη/Arleta
ΑρλέταΤου Ανέμου και της Παινεμένης
letra en griego y español de Του Ανέμου και της Παινεμένης
Του Ανέμου και της Παινεμένης Lorca-Theodorakis-Arleta Preciosa y el aire.
Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη/Arleta Άλλες ερμηνείες: Αρλέτα

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.

Su luna de pergamino
Preciosa tocando viene,
por un anfibio sendero
de cristales y laureles.
El silencio sin estrellas,

Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:

San Cristobalón desnudo,
lleno de lenguas celestes,
mira la niña tocando
una dulce gaita ausente.

Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.

Niña, deja que levante
tu vestido para verte.
Abre en mis dedos antiguos
la rosa azul de tu vientre.

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.

Preciosa tira el pandero
y corre sin detenerse.
El viento-hombrón la persigue
con una espada caliente.

Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:
Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ αρπάξει,να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.

¡Preciosa, corre, Preciosa,
que te coge el viento verde!
¡Preciosa, corre, Preciosa!
¡Míralo por dónde viene!

Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.

Preciosa, llena de miedo,
entra en la primera casa que tiene,
Y mientras cuenta, llorando,
su aventura a aquella gente,

Ενώ απ’ τη λύσσα του θερίο,ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.

en las tejas de pizarra
el viento, furioso, muerde.

http://usuaris.tinet.cat/picl/libros/glorca/gl002500.htm (4 de 42) [15/05/2011 2:01:24] Romancero gitano
Preciosa y el aire.
A Dámaso Alonso

Su luna de pergamino
Preciosa tocando viene,
por un anfibio sendero
de cristales y laureles.
El silencio sin estrellas,
huyendo del sonsonete,
cae donde el mar bate y canta
su noche llena de peces.
En los picos de la sierra
los carabineros duermen
guardando las blancas torres
donde viven los ingleses.
Y los gitanos del agua
levantan por distraerse,
glorietas de caracolas
y ramas de pino verde.
Su luna de pergamino
Preciosa tocando viene.
Al verla se ha levantado
el viento que nunca duerme.
San Cristobalón desnudo,
lleno de lenguas celestes,
mira la niña tocando
una dulce gaita ausente.
Niña, deja que levante
tu vestido para verte.
Abre en mis dedos antiguos
la rosa azul de tu vientre.
Preciosa tira el pandero
y corre sin detenerse.
El viento-hombrón la persigue
con una espada caliente.
Frunce su rumor el mar.
Los olivos palidecen.
Cantan las flautas de umbría
y el liso gong de la nieve.
¡Preciosa, corre, Preciosa,
que te coge el viento verde!
¡Preciosa, corre, Preciosa!
¡Míralo por dónde viene!
Sátiro de estrellas bajas
con sus lenguas relucientes.
Preciosa, llena de miedo,
entra en la casa que tiene,
más arriba de los pinos,
el cónsul de los ingleses.
Asustados por los gritos
tres carabineros vienen,
sus negras capas ceñidas
y los gorros en las sienes.
El inglés da a la gitana
un vaso de tibia leche,
y una copa de ginebra
que Preciosa no se bebe.
Y mientras cuenta, llorando,
su aventura a aquella gente,
en las tejas de pizarra
el viento, furioso, muerde..

02.la monja gitana: Μαρία Φαραντούρη - η καλόγρια η τσιγγάνα - Μ. Θεοδωράκης
Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Μουσική:
Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση:
Μαρία Φαραντούρη

Άλλες ερμηνείες:
Αρλέτα


Βουνά και σύ΄γνεφα μακριά
σ' όλα τριγύρω σιγαλιά

τα λιόφυτα γαληνεμένα
και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει.

Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, και τ' άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντάει η καλόγρια η μικρή
μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει.

Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π' ανοιγοκλείνουν δυο καβαλάρηδες περνούν.

Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει η καλόγρια η μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
πλάσματα της αρεσιάς της τής ονειροφαντασιάς της

Traducción de Odiseas Elytis
Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ'όλα τα γύρω σιγαλιά

Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
και τα τοιχιά μες στον ασβέστη

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πώς πάει

Βάνει πουλιά, βάνει δεντρά
βάνει και τ' άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
δυό καβαλάρηδες περνούν

Κι ύστερα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!

Πλάσματα της αρεσιάς της
της ονειροφαντασιάς της
μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
 
Federico García Lorca (1898 - 1936)
5  LA MONJA GITANA

A José Moreno Villa

Silencio de cal y mirto.
Malvas en las hierbas finas.
 La monja borda alhelíes sobre una tela pajiza.
Vuelan en la araña gris siete pájaros del prisma.
La iglesia gruñe a lo lejos como un oso panza arriba.
 ¡Qué bien borda! ¡Con qué gracia!
Sobre la tela pajiza ella quisiera bordar flores de su fantasía.
¡Qué girasol! ¡Qué magnolia de lentejuelas y cintas!
¡Qué azafranes y qué lunas, en el mantel de la misa!
Cinco toronjas se endulzan en la cercana cocina.
 Las cinco llagas de Cristo cortadas en Almería.
 Por los ojos de la monja galopan dos caballistas.
Un rumor último y sordo le despega la camisa,
y al mirar nubes y montes en las yertas lejanías,
se quiebra su corazón de azúcar y yerbaluisa.
 ¡Oh, qué llanura empinada con veinte soles arriba!
 ¡Qué ríos puestos de pie vislumbra su fantasía!
Pero sigue con sus flores,
mientras que de pie, en la brisa,
la luz juega el ajedrez alto de la celosía.


03.-  I Παντέρμη ~ Αρλέτα.
http://www.youtube.com/watch?v=WMXom0Iwwqo&feature=related
 http://youtu.be/WMXom0Iwwqo
Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Μουσική:
Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση:
Μαρία Φαραντούρη

Άλλες ερμηνείες:
Αρλέτα


Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυτή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

Μαύρη μαυρίλα ειν' η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

-Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.

-Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιός ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελλή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

-Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ' τό χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
ασ' τη να βρει αναπαμό.

Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.
 

http://usuaris.tinet.cat/picl/libros/glorca/gl002500.htm (14 de 42) [15/05/2011 2:01:24]
Romancero gitano
Romance de la pena negra
A José Navarro
Pardo
Las piquetas de los gallos
cavan buscando la aurora,
cuando por el monte oscuro
baja Soledad Montoya.
Cobre amarillo, su carne,
huele a caballo y a sombra.
Yunques ahumados sus pechos,
gimen canciones redondas.
Soledad, ¿por quién preguntas
sin compaña y a estas horas?
Pregunte por quien pregunte,
dime: ¿a ti qué se te importa?
Vengo a buscar lo que busco,
mi alegría y mi persona.
Soledad de mis pesares,
caballo que se desboca,
al fin encuentra la mar
y se lo tragan las olas.
No me recuerdes el mar,
que la pena negra, brota
en las tierras de aceituna
bajo el rumor de las hojas.
¡Soledad, qué pena tienes!
¡Qué pena tan lastimosa!
Lloras zumo de limón
agrio de espera y de boca.
¡Qué pena tan grande! Corro
mi casa como una loca,
mis dos trenzas por el suelo,
de la cocina a la alcoba.
¡Qué pena! Me estoy poniendo
de azabache carne y ropa.
¡Ay, mis camisas de hilo!
¡Ay, mis muslos de amapola!
Soledad: lava tu cuerpo
con agua de las alondras,
y deja tu corazón
en paz, Soledad Montoya.
Por abajo canta el río:
volante de cielo y hojas.
Con flores de calabaza,
la nueva luz se corona.
¡Oh pena de los gitanos!
Pena limpia y siempre sola.
¡Oh pena de cauce oculto
y madrugada remota!

06 tou pikramenou ,Video de  youtube: Αρλέτα - "του πικραμένου"
"Του πικραμένου" Romance del emplazado

Στίχοι: Federico García Lorca Romance del emplazado
Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες: Αρλέτα

Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.

El veinticinco de junio
le dijeron a el Amargo:
Ya puedes cortar si gustas
las adelfas de tu patio.


Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.

Pinta una cruz en la puerta
y pon tu nombre debajo,
porque cicutas y ortigas
nacerán en tu costado,
y agujas de cal mojada
te morderán los zapatos.


Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».
Pide luces y campanas.
Aprende a cruzar las manos,
y gusta los aires fríos
de metales y peñascos.
Porque dentro de dos meses
yacerás amortajado.


Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού 'χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.

Espadón de nebulosa
mueve en el aire Santiago.
Grave silencio, de espalda,
manaba el cielo combado.


Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ' Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.
El veintitres de junio
abrió sus ojos Amargo,
y el veintitres de agosto
se tendió para cerrarlos.

http://usuaris.tinet.cat/picl/libros/glorca/gl002500.htm (29 de 42) [15/05/2011 2:01:24]
Romancero gitano Poema original de Lorca
Romance del emplazado
Para Emilio
Aladrén
¡Mi soledad sin descanso!
Ojos chicos de mi cuerpo
y grandes de mi caballo,
no se cierran por la noche
ni miran al otro lado,
donde se aleja tranquilo
un sueño de trece barcos.
Sino que, limpios y duros
escuderos desvelados,
mis ojos miran un norte
de metales y peñascos,
donde mi cuerpo sin venas
consulta naipes helados.
Los densos bueyes del agua
embisten a los muchachos
que se bañan en las lunas
de sus cuernos ondulados.
Y los martillos cantaban
sobre los yunques sonámbulos,
el insomnio del jinete
y el insomnio del caballo.

El veinticinco de junio
le dijeron a el Amargo:
Ya puedes cortar si gustas
las adelfas de tu patio.

Pinta una cruz en la puerta
y pon tu nombre debajo,
porque cicutas y ortigas
nacerán en tu costado,
y agujas de cal mojada
te morderán los zapatos.

Será de noche, en lo oscuro,
por los montes imantados,
donde los bueyes del agua
beben los juncos soñando.

Pide luces y campanas.
Aprende a cruzar las manos,
y gusta los aires fríos
de metales y peñascos.
Porque dentro de dos meses
yacerás amortajado.

Espadón de nebulosa
mueve en el aire Santiago.
Grave silencio, de espalda,
manaba el cielo combado.

El veinticinco de junio
abrió sus ojos Amargo,
y el veinticinco de agosto
se tendió para cerrarlos.
Hombres bajaban la calle
para ver al emplazado,
que fijaba sobre el muro
su soledad con descanso.
Y la sábana impecable,
de duro acento romano,
daba equilibrio a la muerte
con las rectas de sus paños.

  07 la muerte por amor.video de youtube: Μαρία Φαραντούρη - la morte por el amor (χαμός από αγάπη)

Icono de alerta
Subido por el 20/09/2009
La morte por el amor (χαμός από αγάπη)
Στίχοι: Federico Garcia Lorca.
Ποιητική απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη, « ROMANCERO GITANO», 1967.
Άλλες ερμηνείες: Αρλέτα.

Mikis Theodorakis - Vol 2 - Nr. 03 - La morte por el amor
Versión griega con traducción al español

-Τι είναι κείνο που φωτά,
Μάνα, στα δώματα ψηλά;
 ¿Qué es aquello que reluce
por los altos corredores?

-Κοιμήσου γιε μου κι ειν' αργά
σήμανε η ώρα έντεκα.

Duermete hijo mío, que es tarde
y dan las once

-Μάνα, στα μάτια μου για δες,
λάμπουνε τέσσερις φωτιές.

Madre, En mis ojos, sin querer,
relumbraban cuatro faroles.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια,
ειν' τα μπακίρια αστραφτερά.

No es nada, ven ya. Será que la gente aquella estará fraguando el cobre.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά
παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.

En medio del calor de la noche
Brillan las paredes por la cal.
El acordeón dulcemente
Tocan serafines gitanos
En medio del calor de la noche
Brillan las paredes por la cal.

-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω
μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ' όλη τη γη, σ' όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά.

Madre, cuando yo me muera,
que se enteren los señores.
Pon telegramas azules
que vayan del Sur al Norte.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν
κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν
κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα. 

En medio del calor de la noche
Brillan las paredes por la cal.
Y el cielo daba portazos
al brusco rumor del bosque,
mientras clamaban las luces
en los altos corredores.


Poema original de Lorca
Muerto de amor
A Margarita Manso

¿Qué es aquello que reluce
por los altos corredores?

Cierra la puerta, hijo mío;
acaban de dar las once.

En mis ojos, sin querer,
relumbraban cuatro faroles.

Será que la gente aquella
estará fraguando el cobre.

Ajo de agónica plata
la luna menguante, pone
cabelleras amarillas
a las amarillas torres.

La noche llama temblando
al cristal de los balcones,
perseguida por los mil
perros que no la conocen,
y un olor de vino y ámbar
viene de los corredores.

Brisas de caña mojada
y rumor de viejas voces
resonaban por el arco
roto de la medianoche.

Bueyes y rosas dormían.
Sólo por los corredores
las cuatro luces clamaban
con el furor de San Jorge.

Tristes mujeres del valle
bajaban su sangre de hombre,
tranquila de flor cortada
y amarga de muslo joven.

Viejas mujeres del río
lloraban al pie del monte
un minuto intransitable
de cabelleras y nombres.

Fachadas de cal ponían
cuadrada y blanca la noche.
Serafines y gitanos
tocaban acordeones.

Madre, cuando yo me muera,
que se enteren los señores.
Pon telegramas azules
que vayan del Sur al Norte.

Siete gritos, siete sangres,
siete adormideras dobles
quebraron opacas lunas
en los oscuros salones.

Lleno de manos cortadas
y coronitas de flores,
el mar de los juramentos
resonaba no sé dónde.

Y el cielo daba portazos
al brusco rumor del bosque,
mientras clamaban las luces
en los altos corredores.



08 Margarita magiopoula.
Video de youtube
08.- (ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΓΙΟΠΟΥΛΑ - ΝΙΚΗ ΚΑΜΠΑ)

(Margarita Magiopoula - Nikh Kampa)
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης - Mikis Theodwrakis
Πρώτη εκτέλεση: Κλειώ Δενάρδου
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ: ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΚΛΕΙΝΩ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ(70 ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ)
Άλλες ερμηνείες:
Μαίρη Λίντα
Νίκη Καμπά
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Γιάννης Πάριος

Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά
Που την εζήλευε όλη η γειτονιά
είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά

Αχ, Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
Αχ, Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
Αχ, Μαργαρίτα μάγισσα

Πρωί-πρωί την πότιζα φιλιά
το δειλινό την πήραν τα πουλιά
Το δειλινό την πήραν τα πουλιά
πρωί-πρωί την πότιζα φιλιά.

09 omorfi poli cantado por dalaras : George Dalaras - Omorfi Poli (live)


011 Agapi mou


No hay comentarios:

Publicar un comentario